πρόχειρο(ν)

πρόχειρο(ν)
το черновик;

στο πρόχειρο(ν) — начерно


Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Смотреть что такое "πρόχειρο(ν)" в других словарях:

  • πρόχειρο — το / πρόχειρον ΝΜΑ βλ. πρόχειρος …   Dictionary of Greek

  • πρόχειρος — η, ο / πρόχειρος, ον, ΝΜΑ 1. αυτός που βρίσκεται μπροστά, δίπλα ή κοντά στα χέρια κάποιου, αυτός τον οποίο μπορεί κανείς εύκολα να πιάσει και να χρησιμοποιήσει (α. «δώσε μου το ψαλίδι, αν το έχεις πρόχειρο» β. «ἔβαλλον λίθοις καί... ἀκοντίοις, ὡς …   Dictionary of Greek

  • κίνα — Επίσημη ονομασία: Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας Έκταση: 9.596.960 τ. χλμ. Πληθυσμός: 1.284.303.705 κάτ. (2002) Πρωτεύουσα: Πεκίνο ή Μπεϊτζίνγκ (6.619.000 κάτ. το 2003)Κράτος της ανατολικής Ασίας. Συνορεύει στα Β με τη Μογγολία και τη Ρωσία, στα ΒΑ… …   Dictionary of Greek

  • κροκί — Οικισμός (64 κάτ.) του νομού Φωκίδος. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Δελφών. * * * το πρόχειρο σχέδιο, σκίτσο, σκαρίφημα. [ΕΤΥΜΟΛ. < γαλλ. croquis «πρόχειρο σχέδιο» (< γαλλ. croquer «σχεδιάζω πρόχειρα»] …   Dictionary of Greek

  • μπεζαχτάς — ο 1. πρόχειρο τραπέζι που χρησίμευε ως ταμείο σε παντοπωλείο ή οινοπωλείο 2. συρτάρι όπου φύλαγε ο παντοπώλης τα κέρδη του, πρόχειρο χρηματοκιβώτιο. [ΕΤΥΜΟΛ. < τουρκ. bezahta] …   Dictionary of Greek

  • σκαρίφημα — το, ατος 1. πρόχειρο ιχνογράφημα, σχέδιο. 2. πρόχειρο λογοτεχνικό έργο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • έκτυπος — η, ο (AM ἔκτυπος, ον) Ι. 1. ο τυπωμένος έτσι ώστε να παρουσιάζεται ανάγλυφος 2. το ουδ. ως ουσ. το έκτυπο(ν) ανάγλυφο τού οποίου οι μορφές προεξέχουν από την επιφάνεια αρχ. 1. χωριστός, ευκρινής 2. ο σχηματισμένος σε γενικές γραμμές, σαν πρόχειρο …   Dictionary of Greek

  • ακολάτσιστος — η, ο [κολατσίζω] αυτός που δεν κολάτσισε, δεν έφαγε πρόχειρο φαγητό ή πρόγευμα …   Dictionary of Greek

  • ανεμοστάτης — ο 1. ο στύλος γύρω από τον οποίο περιστρέφεται η ανέμη 2. πρόχειρο φράγμα για προστασία από τον άνεμο …   Dictionary of Greek

  • ανθρακογραφία — η (Μ ἀνθρακογραφία) νεοελλ. ιχνογράφηση με ειδικόν άνθρακα των ζωγράφων, κάρβουνο μσν. πρόχειρο ιχνογράφημα, σχεδίαση περιγράμματος με άνθρακα …   Dictionary of Greek

  • αρίθμηση — Η παράσταση των φυσικών αριθμών (δηλαδή των θετικών ακεραίων) με ένα κατάλληλο σύστημα, το οποίο να χρειάζεται έναν περιορισμένο αριθμό συμβόλων. Συνεπώς το πρόβλημα της α. μπορεί να τεθεί ως εξής: «να παρασταθεί ένας οποιοσδήποτε φυσικός αριθμός …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»